Μεταβείτε στην αρχική σελίδα

Γλωσσάρι

Βρείτε στο γλωσσάρι της Πειραιώς Asset Management ΑΕΔΑΚ τους ορισμούς για βασικές επενδυτικές έννοιες και Αμοιβαία Κεφάλαια. Οι ορισμοί των λημμάτων προκύπτουν από τη διεθνή και εγχώρια ακαδημαϊκή βιβλιογραφία και από το θεσμικό πλαίσιο. 

Επιλέξτε γράμμα

Ρ

Ρευστότητα

Ρευστότητα είναι η ευκολία με την οποία ένα χρηματοοικονομικό προϊόν ή ένα περιουσιακό στοιχείο μπορεί να πωληθεί και να μετατραπεί σε μετρητά. Η ρευστότητα επηρεάζεται άμεσα από την προσφορά και τη ζήτηση που υπάρχει για το συγκεκριμένο προϊόν ή περιουσιακό στοιχείο και επίσης έμμεσα από άλλους παράγοντες όπως οι πιθανές διαταραχές στην αγορά. Ρευστότητα είναι, με άλλα λόγια, η ικανότητα ταχείας μεταπώλησης ενός περιουσιακού στοιχείου του Ενεργητικού χωρίς να υπάρξει μεγάλη μεταβολή στην τιμή του και με ελάχιστη απώλεια της αξίας του. Το χρήμα αποτελεί το πιο ρευστό στοιχείο του Eνεργητικού γιατί μπορεί να χρησιμοποιείται άμεσα για όλες τις συναλλαγές.

Ρίσκο

Οι έννοιες μεταβλητότητα και τυπική απόκλιση εκφράζουν το μέγεθος του ρίσκου μιας επένδυσης. Όσο μεγαλύτερη η μεταβλητότητα (τυπική απόκλιση) των αποδόσεων μιας επένδυσης τόσο υψηλότερο το ρίσκο της. Η τυπική απόκλιση (σ) είναι ένα στατιστικό μέγεθος και εκφράζει το βαθμό διασποράς των αποδόσεων μιας επένδυσης ως προς τη μέση απόδοση της . Όσο μεγαλύτερη η τυπική απόκλιση τόσο μεγαλύτερο το εύρος των πιθανών αποδόσεων από το μέσο όρο τους. Κατά συνέπεια αυξάνεται το ρίσκο (αβεβαιότητα) της επένδυσης. 

Σ - S

Sharpe Ratio

Ο Δείκτης Sharpe, που ονομάζεται και δείκτης πρόσθετης απόδοσης προς διασπορά, υπολογίζει την πρόσθετη απόδοση του χαρτοφυλακίου σε σχέση με την απόδοση ενός περιουσιακού στοιχείου μηδενικού κινδύνου ανά μονάδα συνολικού κινδύνου που αναλαμβάνει ο επενδυτής. Είναι από τους πιο δημοφιλείς δείκτες μέτρησης αποδοτικότητας των Α/Κ, όπου μεταξύ δύο Α/Κ με το ίδιο ρίσκο (τυπική απόκλιση ή κατηγορία κινδύνου) προτιμάται αυτό με την υψηλότερη τιμή του Sharpe ratio.

Συγχρονισμός με την αγορά

Η προσπάθεια πρόβλεψης της μελλοντικής πορείας της αγοράς με τη χρήση τεχνικής ανάλυσης ή οικονομικών δεδομένων.

Συμβόλαιο Μελλοντικής Εκπλήρωσης (ΣΜΕ)

Το ΣΜΕ είναι συμβόλαιο που δίνει τη δυνατότητα αγοράς ή πώλησης ενός υποκείμενου τίτλου (όπως δείκτες μετοχών, εμπορεύματα, κρατικά ομόλογα) σε συγκεκριμένη ημερομηνία  και προκαθορισμένη τιμή. Τα ΣΜΕ είναι συμβόλαια που αγοράζονται και πωλούνται σε χρηματιστήρια και απαιτούν λογαριασμούς περιθωρίου (margin account).

Συμφωνία Επαναγοράς (Repo)

Συμφωνίες επαναγοράς είναι συμφωνίες μεταξύ ενός δανειστή και ενός οφειλέτη να πουλήσουν και μετά να επαναγοράσουν  κάποιο χρεόγραφο μικρού κινδύνου, συνήθως χρεωστικούς τίτλους Δημοσίου. Ένας οφειλέτης (πχ. ένας χρηματοπιστωτικός οργανισμός) εκδίδει ένα repo κάνοντας συμφωνία να πουλήσει χρεόγραφα σε έναν δανειστή σε μία συγκεκριμένη τιμή και ταυτόχρονα συμφωνεί να τα επαναγοράσει σε μία μελλοντική στιγμή και σε μία συγκεκριμένη τιμή. Η διαφορά μεταξύ των δύο τιμών είναι η απόδοση του δανειστή.

Συνθετικός Δείκτης Κινδύνου - Απόδοσης

Τυποποιημένη μεθοδολογία προσδιορισμού χαρακτηριστικών Κινδύνου και Απόδοσης των ΟΣΕΚΑ, στο πλαίσιο εφαρμογής της Κοινοτικής Οδηγίας UCITS IV | 2009 και του Κανονισμού (ΕΕ) 583/2010, σε συνδυασμό με την απόφαση της Επιτροπής κεφαλαιαγοράς υπ’ αρ. 12/638/2013. . Βάσει της ανωτέρω οδηγίας και με στόχο την προαγωγή της διαφάνειας και προστασίας των επενδυτών, ο δείκτης Προφίλ Κινδύνου και Απόδοσης (Synthetic Risk & Reward Indicator –SRRI) αναγράφεται υποχρεωτικά στο Έντυπο Βασικών Πληροφοριών για τους Επενδυτές [KIID] Ο δείκτης περιγράφει το επίπεδο μεταβλητότητας των ιστορικών αποδόσεων του Α/Κ. Ο υπολογισμός του βασίζεται στη μεταβλητότητα των εβδομαδιαίων αποδόσεων του χαρτοφυλακίου του Α/Κ στο χρονικό διάστημα των τελευταίων πέντε (5) ετών. Κάθε βαθμίδα εκφράζει την ένταση της μεταβλητότητας των τιμών μεριδίων των ΑΚ. Η πιθανότητα επίτευξης υψηλότερων αποδόσεων συνοδεύεται από ανάληψη μεγαλύτερου κινδύνου που σημαίνει υψηλότερο επίπεδο μεταβλητότητας. Τα ιστορικά δεδομένα ενδέχεται να μην αποτελούν αξιόπιστη ένδειξη του μελλοντικού προφίλ κινδύνου του Α/Κ. Η χαμηλότερη κατηγορία (επίπεδο 1) δεν σημαίνει ότι η επένδυση δεν έχει κινδύνους.

Συστημικός Κίνδυνος

Ο κίνδυνος που προκύπτει από την μεταβολή των μεταβλητών που διαμορφώνουν την αξία της αγοράς (επιτόκια, ισοτιμίες, τιμές αξιόγραφων, πληθωρισμός) ονομάζεται συστηματικός ή συστημικός κίνδυνος. Ο κίνδυνος αυτός, δεν μπορεί να εξαλειφθεί μέσω της διαφοροποίησης του χαρτοφυλακίου. 

Τ

Tracking Error

Είναι η τυπική απόκλιση της διαφοράς των αποδόσεων του χαρτοφυλακίου από τις αποδόσεις της αγοράς. Μετράει το πόσο κοντά ακολουθεί ένα χαρτοφυλάκιο την αγορά (δείκτη αναφοράς) - όσο μεγαλύτερο, τόσο μεγαλύτερη και η απόκλιση από τον δείκτη αναφοράς. Πρακτικά μας δείχνει πόσο ενεργητικά ή παθητικά ο διαχειριστής διαχειρίζεται το χαρτοφυλάκιο, χωρίς να περιγράφει το βαθμό αποτελεσματικότητας της διαχείρισης.

Τεχνική Ανάλυση

Είναι μια μέθοδος εξέτασης των μετοχών (και των χρηματαγορών) που στηρίζεται στην ανάλυση γραφημάτων. Τον τεχνικό αναλυτή δεν τον απασχολούν οι ισολογισμοί της εταιρείας, ο λόγος Ρ/Ε ή τα κέρδη της, αλλά μόνο το γράφημα της μετοχής (ή του δείκτη). Βασική υπόθεση της τεχνικής ανάλυσης είναι πως ότι είναι γνωστό (ή φημολογείται) για μια εταιρεία είναι ήδη ενσωματωμένο στην τιμή της. Για τον τεχνικό αναλυτή δεν έχει σημασία τι προκάλεσε την άνοδο ή κάθοδο μιας μετοχής, αλλά πόσο έγκυρη είναι η μεταβολή της τιμής της.

Τίτλοι Παραστατικών Δικαιωμάτων Κτήσης Μετοχών (Warrants)

Τα παραστατικά απόκτησης μετοχών είναι ουσιαστικά δικαίωμα αλλά όχι υποχρέωση του κατόχου τους, να αγοράσει μετοχές σε προκαθορισμένη τιμή και οποτεδήποτε θέλει μέχρι ένα προκαθορισμένο μελλοντικό χρονικό σημείο (λήξη). Είναι δηλαδή παρόμοια με τα δικαιώματα αγοράς. Η βασική διαφορά τους είναι ότι τα δικαιώματα (options) call εκδίδονται από ιδιώτες ενώ τα warrants εκδίδονται από εταιρείες, συνήθως σε συνδυασμό με ένα ομολογιακό δάνειο, για να κάνουν το δάνειο πιο ελκυστικό. Όταν ένα warrant εξασκηθεί, η εταιρεία πρέπει να εκδώσει νέες μετοχές και σαν αποτέλεσμα θα αυξηθεί ο αριθμός των μετοχών σε κυκλοφορία της εταιρείας, κάτι που δεν ισχύει για με το δικαίωμα call.

Τίτλοι Υψηλής Απόδοσης

Ο όρος Υψηλή Απόδοση συνεπάγεται τη χαμηλή πιστοληπτική διαβάθμιση που έχει δοθεί από τους οίκους αξιολόγησης στον εκδότη του χρεογράφου. Για παράδειγμα, για να γίνει χαρακτηρισμός ενός χρεογράφου ως Υψηλής Απόδοσης σύμφωνα με τον οίκο Standard and Poor’s, πρέπει να έχει βαθμολόγηση χαμηλότερα από BBB-. Ο όρος Υψηλή Απόδοση είναι ουσιαστικά αντίθετος με τον όρο Επενδυτικής Διαβάθμισης (Investment Grade).

Τιτλοποίηση

Είναι η διαδικασία της δημιουργίας τίτλων υψηλής ρευστότητας  (όπως τα ABS και τα CDO) από ένα σύνολο στοιχείων με χαμηλή ρευστότητα (κυρίως δάνεια). Η συνήθης διαδικασία  τιτλοποίησης είναι η πώληση από μια τράπεζα σε ένα Όχημα Ειδικού Σκοπού, ενός συνόλου στοιχείων του ενεργητικού των οποίων το ρίσκο και η απόδοση είναι συνδεδεμένα με αυτά των τίτλων που δημιουργούνται.

Τράπεζα Πληρωμών (Paying Agent)

Είναι το πιστωτικό Ίδρυμα που έχει την ευθύνη για τη χρέωση και πίστωση του λογαριασμού του επενδυτή κατά τις συμμετοχές και εξαγορές

Τρέχουσες επιβαρύνσεις

Οι τρέχουσες επιβαρύνσεις περιλαμβάνουν όλα τα ποσά που επιβαρύνουν και αφαιρούνται από το ενεργητικό του ΟΣΕΚΑ, σύμφωνα με τα ειδικότερα προβλεπόμενα στον κανονισμό/καταστατικά έγγραφα κάθε ΟΣΕΚΑ και στην ισχύουσα νομοθεσία, είτε πρόκειται για έξοδα λειτουργίας του ΟΣΕΚΑ, είτε για την αμοιβή προσώπων που συνδέονται με τον ΟΣΕΚΑ ή παρέχουν υπηρεσίες σε αυτόν όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Τα ποσά αυτά, μπορούν να υπολογιστούν με διάφορους τρόπους όπως κατ’ αποκοπή, ως ποσοστό επί του ενεργητικού του ΟΣΕΚΑ ή ανά συναλλαγή

Τυπική Απόκλιση

Είναι το μέτρο διασποράς ενός συνόλου δεδομένων από το μέσο τους. Όσο πιο απομακρυσμένα τα δεδομένα από το μέσο, τόσο υψηλότερη η τυπική απόκλιση. Η τυπική απόκλιση είναι το στατιστικό εργαλείο με το οποίο μετριέται η μεταβλητότητα των τιμών. Μεγαλύτερη μεταβλητότητα τιμών για μια μετοχή ή ένα αμοιβαίο κεφάλαιο συνεπάγεται και υψηλότερη τυπική απόκλιση και το αντιστρόφο.

Υ

Υψηλή Κεφαλαιοποίηση

Χρηματιστηριακός όρος που αναφέρεται στις μετοχές εταιρειών υψηλής κεφαλαιοποίησης που συμμετέχουν με μεγάλο ειδικό βάρος σε χρηματιστηριακούς δείκτες. Ο όρος αρχικά καθιερώθηκε για τις μετοχές της IBM που ήταν, όπως και σήμερα, ιδιαίτερα δεικτοβαρείς στον δείκτη Dow Jones Industrial.